Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Μέρες του Άγιου Σεπτέμβρη

με ευχαριστίες στον Χρήστο Δημάκη για την εξαιρετική δουλειά στη σελίδα του

Το κίνητρο

με ευχαριστίες στον Χρήστο Δημάκη για την εξαιρετική δουλειά στη σελίδα του

Η εποχή των σπηλαίων, Η πλοκή

με ευχαριστίες στον Χρήστο Δημάκη για την εξαιρετική δουλειά στη σελίδα του

Πανανθρώπινη ποίηση

με ευχαριστίες στον Χρήστο Δημάκη για την εξαιρετική δουλειά στη σελίδα του

Εισβολή

εδώ
με ευχαριστίες στον Χρήστο Δημάκη για την εξαιρετική δουλειά στη σελίδα του
με ευχαριστίες στον Χρήστο Δημάκη για την εξαιρετική δουλειά στη σελίδα του

Αναζήτηση


Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες
Απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές
Η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει επάνω στις ψυχές μας
Κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή
Μονάχοι ολομόναχοι στα ρίγη τού χειμώνα
Ζητούμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες
Χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια
Ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες που έχουν στερέψει
Όλα μας άφησαν γοργά –τα πεύκα οι αμμουδιές
Του ανέμου τα σφυρίγματα τα χάδια οι επάλξεις

Κι όμως το ξέρουμε καλά προτού να ξημερώσει
Θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές οι ελπίδες θα πληθαίνουν



Από τη συλλογή Αναζήτηση-Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949)
Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Μόνωση


Αλίμονο
Το ξέρουμε πια πως δε θα γυρίσει
Εκείνη που θρυμμάτισε τα σπάνια ιδανικά μας
Και που μας άφησε στητούς
Κοντά στ’ ακροθαλάσσι

Κάτι που έμεινε


Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας

Το κορίτσι που ζητούσε λίγο φεγγάρι λίγη θάλασσα και λίγη μουσική μες στην καρδιά της

Μια μέρα θα μας κλάψουν οι αγριοδαμασκηνιές
Και τα κορίτσια που ποθήσαμε
Σεμνά θα μας θρηνήσουν

Πίστη


στον Θανάση Κωσταβάρα
που το ανακάλυψε


Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμασταν όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη

Θύμηση


στον Νίκο Κύρου
in memoriam

Μεσάνυχτα
Στιγμή τελεσίδικη μ’ επιθανάτιο ένδυμα
Ερημικοί πελάτες ανοίγουνε την πόρτα
Με πρόσωπα οργωμένα απ’ το χιονόνερο
Δυο γυαλισμένα όργανα

Εισβολή


Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της χώρας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόταν σσν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι

Κουρί


Περπατούσαμε κι έλεγε η καλή μου φίλη στο πλευρό μου
Ξέρεις με δέρνει σκληρά η νοσταλγία του παλιού καιρού
Αγρυπνώ τις κατάλευκες βραδιές και θυμούμαι… θυμούμαι

Οι ματιές της γυάλιζαν γιατί η φίλη θυμούνταν
Κι η φωνή της ηδονίζονταν γιατί η φίλη αναπολούσε
Είν’ η νοσταλγία κάτι τ’ αναπόφευκτο απάντησα

Ένα όνειρο


(Με στοιχεία ποιήματος)

Έγλειφε ο ξανθός αγέρας τα πανιά μας
Κι εμείς γλιστρούσαμε φεύγαμε
Πάνω στα τραχιά νερά
Κρύσταλλα κρέμονταν
Στα παλαμάρια στις αντένες και στα ξάρτια
Και όλο πλέαμε χωρίς σταματημό
Και ξαφνικά ορθώθηκε μπροστά μας
Ένα νησί πανύψηλο πεντακάθαρο κι απότομο
Με τρεις αρπάγες μυτερές
Με γλιστερές βουνοκορφές
Μ’ αισιοδοξία κι ελπίδες
Σκύψανε στο αυτί και μας εξήγησαν
Είναι η Πελοπόννησο
Κι εμείς πικρόχολοι πλέαμε

Μετουσίωση


Τ’ αστέρια διαγράφαν το χαμό τους σε θριαμβικές τροχιές
Οι ψαράδες χτυπούσαν τη θάλασσα με τη λαπούτα
Σε οκνά διαστήματα
Ταράζοντας τα ψάρια

Επιστροφή

Επιστροφή
«… qui ne pouvait pas
croire à la fin du voyage»

J. Supervielle

Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία
Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις
Πως ήμασταν κάποτε νέοι
Και πιάναμε το σφυγμό της γης

Αλλοίωση


Ιδού εμείς
Νέοι κι όμως τόσο παράφωνα γερασμένοι
Με το λιοπύρι των εικοσιτεσσάρων χρόνων
Να ξεθυμαίνει στις ανοιχτές μας παλάμες
Κουρασμένοι μετανάστες σε ανήσυχες περιοχές

Κυριακή απόγεμα


Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά

Προσθαφαιρέσεις


Μετρούσε τα χρόνια
Τόσα

Αφαιρούσε
Τα χρόνια του ύπνου
Εκείνα του κάτεργου
Τη χαμένη δεκαετία
Τόσους θανάτους
Τόσα σφάλματα
Αναμονές
Τι μένει

Τοπίο


Ο παιδιάστικος ήλιος που έπαιζε κρυφτό στη φυλλωσιά των δέντρων
Το γόνιμο γρασίδι που ανάδευε κουρασμένη προσπάθεια
Το κορίτσι που ολημέρα έτρεχε στους ήλιους
Κι έριξε το κορμί του με συνέπεια στο πλευρό μας
Οι μπούκλες που μας εξαφάνισαν
Η γρανιτένια σιγή
Η σαγήνη

Θύμιζαν σονέτο
 
Από τη συλλογή Αναζήτηση-Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949)
Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)